• Email
  • RSS
  • Print

Η Συνδυαστική Επιρροή της Ευσυνειδησίας και τις Νοητικής Ικανότητας στην Απόδοση

 

Θεωρία

Η ευσυνειδησία κι η γενική νοητική ικανότητα των ατόμων έχουν αναδειχθεί μέσα από τις έρευνες ως οι παράγοντες εκείνοι που μπορούν να προβλέψουν την εργασιακή απόδοση ουσιαστικά σε όλους τους τύπους εργασίας, σε διαφορετικές συνθήκες και με μεγάλο αριθμό διαφορετικών κριτηρίων απόδοσης. Ειδικά για την νοητική ικανότητα θεωρείται από μόνος του ο καλύτερος παράγοντας πρόβλεψης της απόδοσης στις περισσότερες εργασίες κι είναι γενικά αποδεκτός, ενώ η σημασία του αυξάνεται όσο αυξάνεται κι η περιπλοκότητα της εργασίας. Πιστεύεται πως η νοητική ικανότητα επηρεάζει την εργασιακή απόδοση μέσα από την επιρροή της στην εργασιακή γνώση. Η ευσυνειδησία θεωρείται πως είναι ο συνδυασμός τριών συμπεριφορών, της επιλογής του ατόμου να προσπαθήσει, της επιλογής του ατόμου για το επίπεδο προσπάθειας και της επιλογής του ατόμου να επιμείνει στο επίπεδο προσπάθειας που έχει επιλέξει.

Δεν έχει υπάρξει αρκετή μελέτη όμως, άρα και γνώση, όσον αφορά στη συνδυαστική επίδραση που έχουν η ευσυνειδησία κι η νοητική ικανότητα στην εργασιακή απόδοση. Υπάρχουν δυο διαφορετικές απόψεις γι’ αυτό. Η μια ισχυρίζεται ότι υπάρχει αλληλεπίδραση ως προς το ότι η προσωπικότητα, δηλαδή η παρακίνηση του ατόμου η οποία συνδέεται άμεσα με την ευσυνειδησία, επηρεάζει την απόδοση θετικά όταν συνδυάζεται με αυξημένη νοητική ικανότητα. Με άλλα λόγια, αν το άτομο δεν έχει την ικανότητα, το γεγονός και μόνο ότι έχει τη θέληση (παρακίνηση) δε θα οδηγήσει σε απόδοση. Η άλλη άποψη ισχυρίζεται πως οι δυο αυτοί παράγοντες επιδρούν προσθετικά, δηλαδή ότι κι οι δυο από μόνοι τους επιδρούν θετικά στην απόδοση, αλλά όταν συνδυάζονται οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη απόδοση.

 

Μελέτη

Οι Mount et al. (1999) στην παρούσα έρευνά τους διενήργησαν τρεις διαφορετικές μελέτες. Για τη νοητική ικανότητα βρήκαν στατιστικά σημαντικούς συντελεστές συσχέτισης από r= 0,17 έως r= 0,24 κι ήταν υπεύθυνη για τη διακύμανση της απόδοσης σε ποσοστό από 2,9% έως 5,8%. Για την ευσυνειδησία βρήκαν στατιστικά σημαντικούς συντελεστές συσχέτισης από r= 0,25 έως r= 0,29 ενώ βρήκαν πως εξηγούσε τη διακύμανση της απόδοσης πέρα από τη νοητική ικανότητα σε ποσοστό από 5,5% έως 6,5%. Αυτό που απέτυχαν όμως να βρουν και στις τρείς μελέτες ήταν η επίδραση της αλληλεπίδρασης των δύο αυτών παραγόντων, παρόλο που η στατιστική δύναμη και στις τρεις μελέτες ήταν αρκετή για να μπορέσει να εντοπίσει ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις.

 

Συζήτηση

Αυτό που έδειξε η παρούσα έρευνα ήταν πως η ευσυνειδησία είχε την ίδια επίδραση στην απόδοση άσχετα από το επίπεδο της νοητικής ικανότητας που σημαίνει πως δεν επηρεάζεται από αυτή, άρα δεν υφίσταται κι αλληλεπίδραση. Δεν επιβεβαιώνεται λοιπόν εδώ ότι η νοητική ικανότητα κι η ευσυνειδησία συνδυάζονται πολλαπλασιαστικά όσον αφορά στην επίδρασή τους στην απόδοση. Όπως δεν επιβεβαιώθηκε και το αποτέλεσμα έρευνας που ισχυριζόταν πως η συσχέτιση μεταξύ της ανάγκης για επίτευξη και της απόδοσης επηρεάζεται από το επίπεδο νοητικής ικανότητας

Οι Mount et al. (1999) ισχυρίζονται πως παρόλο που δεν κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την υπόθεσή τους, τα στοιχεία που βρήκαν έχουν πρακτική σημασία. Αυτό που έδειξαν είναι ότι είναι χρήσιμο να χρησιμοποιούνται κατά την επιλογή προσωπικού τεστ που μετρούν τη γενική ικανότητα και την ευσυνειδησία, γιατί μπορούν να δείξουν σε ικανοποιητικό βαθμό τους υποψήφιους εκείνους που θα έχουν αυξημένη απόδοση. Πιο αναλυτικά, η μέτρηση της νοητικής ικανότητας θα δείξει εκείνους τους υποψήφιους που θα μπορούν να αποκτήσουν ικανή γνώση στην εργασία που θα αναλάβουν, ενώ η μέτρηση της ευσυνειδησίας θα καταδείξει τα άτομα εκείνα που θα εκδηλώσουν συνεργατικές συμπεριφορές, θέληση για επίτευξη στόχων και θέληση για αποδοτικότητα.

Επίσης, θεωρούν ότι η μελέτη τους βοηθάει στο να μειωθεί κι η διάκριση-ρατσισμός κατά την επιλογή προσωπικού που αδικεί όσους είναι χαμηλότερης νοητικής ικανότητας, αφού τα στοιχεία δείχνουν πως ένα άτομο ευσυνείδητο, ακόμα κι αν έχει χαμηλή νοητική ικανότητα, μπορεί να αποδώσει ικανοποιητικά. Να προσθέσουμε βέβαια πως αυτό εξαρτάται κι από το είδος της εργασίας ή το κριτήριο το οποίο χρησιμοποιούμε για τη μέτρηση της απόδοσης. Στα πλαίσια μιας ομάδας, ένα άτομο χαμηλότερης νοητικής ικανότητας ίσως να μην είναι σε θέση να αυξήσει τη γνώση του και τις δεξιότητές του για την εργασία της ομάδας, ίσως όμως με την ευσυνειδησία του να προσφέρει σε κάποιους άλλους τομείς της λειτουργίας της ομάδας που αφορούν στην ίδια την ομάδα ή τμήματα της εκτελούμενης εργασίας.

Σχετικά με την αδυναμία της έρευνας να βρουν στοιχεία για την αλληλεπίδραση των δυο παραγόντων, οι Mount et al. (1999) αναφέρουν πως ίσως τα στοιχεία που συνέλλεξαν να ήταν μεροληπτικά γιατί συλλέχθηκαν νωρίς στη χρονική καμπύλη της μάθησης. Δηλαδή, αν συνέλλεγαν τα στοιχεία σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου ίσως να έβρισκαν πως τα ευσυνείδητα άτομα αποκτούν ακόμα περισσότερες γνώσεις κι ικανότητες όσον αφορά στην εργασία τους από τα άτομα που είναι χαμηλότερης νοητικής ικανότητας ή από τα άτομα που έχουν υψηλή νοητική ικανότητα αλλά χαμηλή ευσυνειδησία. Αυτό θα έδειχνε και την ύπαρξη συνδυαστικής επίδρασης των δυο αυτών παραγόντων, δηλαδή ότι θα επηρέαζαν την απόδοση ακόμα περισσότερο από το να προσθέταμε την επίδραση καθενός ξεχωριστά.

Άρα, η έρευνα δε σταματάει εδώ και σε μια μόνο μελέτη. Χρειάζεται να γίνουν στο μέλλον κι άλλες έρευνες με περισσότερα ίσως στοιχεία και σε μεγαλύτερη χρονική κλίμακα, αλλά και σε διαφορετικά πλαίσια για να μπορέσουμε να βγάλουμε περισσότερα και πιο ασφαλή συμπεράσματα για την ύπαρξη ή όχι της συνδυαστικής επιρροής στην απόδοση μεταξύ της νοητικής ικανότητας και της ευσυνειδησίας.

 

 

 

Πηγή

Mount, K.M., Barrick, R.M., Strauss, J.P., 1999, “The Joint Relationship of Conscientiousness and Ability with Performance: Test of the Interaction Hypothesis”, Journal of Management, Vol. 25, No 5, pp 707-721.


Σημείωση: Η παραπάνω ανάλυση αφορά στην επιστημονική δημοσίευση των Mount et al. (1999) κι αυτή αναφέρεται ως η κύρια πηγή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου. Αναφέρεται, επίσης, πως γίνεται συζήτηση πάνω σε κάποιες βασικές θεωρίες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα, καθώς και τα κύρια συμπεράσματά της. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο, τη μεθοδολογία έρευνας και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και συμπεράσματα, ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στην πρωτότυπη δημοσίευση.