• Email
  • RSS
  • Print

Οι Ατομικές Διαφορές και η Επίδρασή τους στην Εργασιακή και Πλαισιακή Απόδοση

 

 

 

Σημείωση: Η παρακάτω ανάλυση αφορά στην επιστημονική δημοσίευση των Motowidlo et al. (1997) κι αυτή αναφέρεται ως η κύρια πηγή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου. Αναφέρεται, επίσης, πως γίνεται συζήτηση πάνω σε κάποιες βασικές θεωρίες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα, καθώς και τα κύρια συμπεράσματά της. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο, τη μεθοδολογία έρευνας και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και συμπεράσματα, ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στην πρωτότυπη δημοσίευση.

 

Αρχικά να διευκρινίσουμε πως με τον όρο ατομικές διαφορές εννοούμε τα διαφορετικά χαρακτηριστικά τα οποία διαθέτει το κάθε άτομο, είτε αυτό είναι γνώσεις και τεχνικές δεξιότητες είτε στοιχεία της προσωπικότητας. Στη θεωρία διακρίνονται δυο γενικά θέματα, όταν εξετάζεται η απόδοση στην εργασία. Το ένα είναι οι διαστάσεις, δηλαδή οι κατηγορίες της απόδοσης και το άλλο η αιτιοκρατική ακολουθία μεταξύ των παραγόντων που επηρεάζουν την απόδοση και τις διαστάσεις της, δηλαδή οι σχέσεις που συνδέουν τους διάφορους παράγοντες με την απόδοση, αλλά και μεταξύ τους.

Όσον αφορά στο τι είναι ατομική απόδοση, αυτή μπορεί να οριστεί ως ο βαθμός στον οποίο το άτομο βοηθάει την επιχείρηση ή την ομάδα να φθάσει στους στόχους της. Είναι η προστιθέμενη αξία που κερδίζει μια επιχείρηση ή ομάδα, η οποία αξία προέρχεται από τις συμπεριφορές του κάθε ατόμου σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Οι Motowidlo et al. (1997) κάνουν κάποιες βασικές υποθέσεις για να αναπτύξουν τη θεωρία τους, ότι η απόδοση είναι συμπεριφοριστική, επεισοδιακή, αξιολογική και πολυδιάστατη. Θεωρούν την απόδοση, λοιπόν, μια εννοιολογική κατασκευή που συνδέεται με τη συμπεριφορά, δηλαδή με το τι πράττουν οι εργαζόμενοι στο χώρο της εργασίας τους. Επίσης, περιέχει και το αξιολογικό στοιχείο, δηλαδή οι συμπεριφορές μπορούν να αξιολογηθούν είτε θετικά είτε αρνητικά.

Η συνολική απόδοση οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα το οποίο ενισχύει θετικά ή χειροτερεύει μια ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Πιστεύουν πως τα μοντέλα που αφορούν στην εργασιακή απόδοση πρέπει να επικεντρώνονται στις συμπεριφορές που οδηγούν στα αποτελέσματα κι όχι στα αποτελέσματα τα ίδια. Αυτόν τον ισχυρισμό τον βασίζουν στην υπόθεση ότι η απόδοση μπορεί να επηρεαστεί κι από άλλους παράγοντες και στο ότι χρειάζεται να αποκτήσουμε μια ψυχολογική αντίληψη όσον αφορά στις διαδικασίες επιλογής προσωπικού. Μιλάνε δηλαδή για μια αντίληψη που επικεντρώνεται στο άτομο, αφού αυτό αξιολογείται κατά τη διαδικασία επιλογής κι η δική του απόδοση είναι αυτή που πρέπει να προβλεφθεί.

Οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν πολλά πράγματα τα οποία δεν επηρεάζουν την επίτευξη των στόχων τους. Τα επεισόδια συμπεριφοράς όμως επηρεάζουν την απόδοση στην εργασία τους. Ως συμπεριφορά θεωρείται μια σειρά από συναφείς πράξεις που διακρίνονται σαφώς η μια από την άλλη κι έχουν καθορισμένη αρχή και τέλος. Τα συμπεριφοριστικά επεισόδια που κάνουν τη διαφορά είναι αυτά που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως ένα κομμάτι της απόδοσης, τα οποία διαβαθμίζονται ανάλογα με τη συνεισφορά τους, είτε είναι θετική είτε αρνητική. Επίσης, τα επεισόδια συμπεριφοράς μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα με το πόσο επιθυμητά είναι στον καθένα, αφού τα άτομα κρίνουν διαφορετικά το κάθε γεγονός κι έχουν διαφορετική κρίση για τις εναλλακτικές λύσεις σε προβλήματα που προκύπτουν. Η αθροιστική, λοιπόν, αξία όλων των επεισοδίων συμπεριφοράς, δηλαδή των ενεργειών ενός ατόμου μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είναι η συνολική απόδοσή του.

Όταν η μέτρηση της συμπεριφοράς γίνεται σε σχέση με τη συμβολή της στην επίτευξη των στόχων, τότε η απόδοση θεωρείται μονοδιάστατη κατασκευή. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να συγκρίνουμε την αξία της συνολικής απόδοσης ανάμεσα στα άτομα, αλλά δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τις επιμέρους συμπεριφορές γιατί είναι ιδιαίτερα ετερογενείς μεταξύ τους. Όμως, η σύγκριση της συνολικής απόδοσης δεν μας δίνει ξεκάθαρη εικόνα για να μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα που θα μας βοηθήσουν κατά την επιλογή του προσωπικού. Πρέπει να ξεχωρίσουμε εκείνα τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που επιδρούν στην απόδοση και να τα κατατάξουμε σε ομογενείς κατηγορίες συμπεριφοράς, που θα μας επιτρέψουν να κάνουμε τη σύγκριση από άτομο σε άτομο, χρησιμοποιώντας διαφορετικά κριτήρια απόδοσης ταυτόχρονα τα οποία θα αντιστοιχούν στην κάθε κατηγορία. Έτσι, θα έχουμε τη δυνατότητα να διαχωρίσουμε τα άτομα ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που διαθέτουν και να προβλέψουμε τη συμπεριφορά τους και την απόδοσή τους στα αντίστοιχα κριτήρια (στους αντίστοιχους δηλαδή μετρήσιμους τομείς της εργασίας που επηρεάζονται από τα εκάστοτε προσωπικά χαρακτηριστικά).

 

Εργασιακή Απόδοση και Πλαισιακή Απόδοση

Ένας τρόπος διαχωρισμού των συμπεριφορών είναι ανάμεσα σε αυτές που συνεισφέρουν θετικά και σε αυτές που εμποδίζουν την επίτευξη των στόχων. Οι Motowidlo et al. (1997) διαχωρίζουν τις συμπεριφορές ανάμεσα στην εργασιακή και πλαισιακή απόδοση, γιατί οι λόγοι για τους οποίους χαρακτηρίζεται μια εργασιακή συμπεριφορά επιθυμητή ή όχι είναι διαφορετικοί από τους λόγους που μια πλαισιακή συμπεριφορά θεωρείται επιθυμητή. Επίσης, υποθέτουν πως κι οι παράγοντες που επηρεάζουν την εργασιακή συμπεριφορά είναι διαφορετικοί από τους παράγοντες που επηρεάζουν την πλαισιακή συμπεριφορά.

Υπάρχουν δυο είδη εργασιακής απόδοσης: 1) ενέργειες που μετατρέπουν τις πρώτες ύλες σε προϊόντα κι υπηρεσίες και 2) ενέργειες που εξυπηρετούν τη διατήρηση της τεχνικής λειτουργίας της επιχείρησης. Και τα δυο δηλαδή έχουν να κάνουν με τις τεχνοκρατικές διαδικασίες. Η πλαισιακή απόδοση από την άλλη έχει σκοπό να διατηρήσει το κοινωνικό και το ψυχολογικό κλίμα της επιχείρησης, δηλαδή το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν οι τεχνοκρατικές αυτές διαδικασίες.

 

 

Ατομικές διαφορές στην εργασιακή και στην πλαισιακή απόδοση.

Ανάπτυξη της θεωρίας των Motowidlo et al. (1997)

 

Οι διάφορες θεωρίες στη βιβλιογραφία υποθέτουν πως οι βασικές ατομικές διαφορές στη νοητική ικανότητα και στην προσωπικότητα επηρεάζουν την ολική απόδοση διαμέσου άλλων μεταβλητών. Οι Motowidlo et al. (1997) στην παρούσα εργασία αναπτύσσουν τη θεωρία τους, διαχωρίζοντας την ολική απόδοση σε απόδοση που αφορά στις εργασίες και σε απόδοση που αφορά στο πλαίσιο λειτουργίας (περιβάλλον). Οι ατομικές διαφορές που λαμβάνουν υπόψη είναι αυτές της νοητικής ικανότητας και της προσωπικότητας, ενώ οι ενδιάμεσες μεταβλητές είναι οι προσαρμογές των ατομικών χαρακτηριστικών στις γνώσεις, στις δεξιότητες και στις εργασιακές συνήθειες. Αυτές οι προσαρμογές μαθαίνονται μέσα από την εμπειρία, καθώς οι βασικές τάσεις της ικανότητας και της προσωπικότητας αλληλεπιδρούν με τις διάφορες περιβαλλοντικές επιρροές. Όσον αφορά στις εργασιακές συνήθειες αυτές αναφέρονται σε μοτίβα συμπεριφοράς τα οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν με την πάροδο του χρόνου και τα οποία μπορούν να διευκολύνουν ή να εμποδίσουν την επίτευξη των στόχων

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία που ανέπτυξαν οι Motowidlo et al. (1997), η νοητική ικανότητα επηρεάζει την εργασιακή απόδοση μέσα από τις επιδράσεις της στις εργασιακές γνώσεις, δεξιότητες και συνήθειες, ενώ μπορεί να επηρεάσει και την πλαισιακή απόδοση μέσα από την επίδρασή της στην πλαισιακή γνώση, δηλαδή την ικανότητα του ατόμου να μάθει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κοινωνικά. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας από την άλλη επηρεάζουν την πλαισιακή απόδοση μέσα από τις επιδράσεις τους στις πλαισιακές γνώσεις, δεξιότητες και συνήθειες, ενώ ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, η ευσυνειδησία, μπορεί να επηρεάσει και την εργασιακή απόδοση μέσα από τις επιδράσεις του στις εργασιακές συνήθειες. Έτσι, οι εργασιακές γνώσεις, δεξιότητες και συνήθειες, όπως κι οι αντίστοιχες πλαισιακές, μπορούν να εξηγήσουν απευθείας τις ατομικές διαφορές των ατόμων σχετικά με την εργασιακή τους και την πλαισιακή τους απόδοση αντίστοιχα. Μπορούν να εξηγήσουν, δηλαδή, σε τι διαφέρουν τα άτομα, γιατί και σε τι βαθμό.

Αν θέλουμε να απλοποιήσουμε αυτήν τη θεωρία, αυτό που μας λέει ουσιαστικά είναι ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε διαφορετικούς παράγοντες για να μετράμε τις αντίστοιχες κατηγορίες της απόδοσης. Η νοητική ικανότητα επηρεάζει κατά κύριο λόγο τη γνώση και τη δεξιότητα που μπορεί να αποκτήσει κάποιος στη δουλειά του, άρα και την απόδοσή του. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας από την άλλη έχουν άμεση σχέση κι επιρροή στις υποστηρικτικές συμπεριφορές (ομαδικό πνεύμα, συνεργασία κλπ) και στην εσωτερική παρακίνηση και θέληση που έχει το άτομο να αποδώσει. Οπότε, μέσα από την επιρροή τους στο κλίμα που επικρατεί στην επιχείρηση και στην προδιάθεση που έχει το κάθε άτομο να συνεισφέρει, μπορούν να επιδράσουν θετικά ή αρνητικά στην ατομική, αλλά και στην ομαδική απόδοση.

 

 

 

Πηγή

Motowidlo, J.S., Borman, C.W., Schmit, J.M., 1997, “A Theory of Individual Differences in Task and Contextual Performance”, Human Performance, Vol. 10, No 2, pp 71-83