• Email
  • RSS
  • Print

Διαπροσωπική Εμπιστοσύνη: To Κλειδί στη Δημιουργία Νέας Γνώσης σε Επιστημονικές Ομάδες (και όχι μόνο)

 

Σημείωση: Η παρακάτω ανάλυση αφορά στην παράθεση της επιστημονικής δημοσίευσης των Chung & Jackson (2011) κι αυτή αναφέρεται ως η κύρια πηγή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου. Αναφέρεται, επίσης, πως παρατίθενται κάποιες βασικές θεωρίες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα, καθώς και τα κύρια συμπεράσματά της. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο, τη μεθοδολογία έρευνας και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και συμπεράσματα, ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στην πρωτότυπη δημοσίευση.

 

Μια από τις βασικές προκλήσεις για την υψηλή αποδοτικότητα των λεγόμενων ομάδων έντασης γνώσης, όπως για παράδειγμα ομάδων επιστημόνων που δουλεύουν σε πανεπιστημιακά ή εταιρικά εργαστήρια έρευνας και ανάπτυξης, είναι η ικανότητα των μελών τους να παράγουν διαρκώς νέα γνώση. Αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, συνεχείς προσπάθειες για τη σταδιακή βελτίωση εξειδικευμένων διεργασιών, καινοτόμο συνδυασμό εξεζητημένων μεθόδων και πολύπλοκων τεχνικών για την αντιμετώπιση γνωστών αλλά και απροσδόκητων προβλημάτων, και πειραματικές δοκιμές νέων θεωρητικών προσεγγίσεων με τη βοήθεια των τελευταίων τεχνολογιών, δημιουργώντας τη βάση για νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και τις εμπορικές τους εφαρμογές.

Παλαιότερες μελέτες της συμπεριφοράς ομάδων έντασης (επιστημονικής) γνώσης έχουν δείξει ότι τα μέλη τους, στην προσπάθειά τους να επιλύσουν κάποιο πρόβλημα ή να διατυπώσουν μια νέα ιδέα, έχουν την τάση να απευθύνονται συχνότερα στους συναδέλφους τους απ’ ότι σε κάποια απρόσωπη τράπεζα πληροφοριών. Πιο πρόσφατες μελέτες όχι μόνο επιβεβαιώνουν τη σημαντικότητα της διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης για τις διαδικασίες δημιουργίας και μεταφοράς γνώσης στις ομάδες αυτές, αλλά ταυτόχρονα ρίχνουν επεξηγηματικό φώς σε καίρια ποιοτικά χαρακτηριστικά της, ένα από τα οποία είναι η εμπιστοσύνη.

Ως εμπιστοσύνη ορίζεται η ψυχολογική κατάσταση στην οποία ένα άτομο, βασιζόμενο σε θετικές προσδοκίες για τις προθέσεις ή τη συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου, ομάδας ή οργανισμού, είναι πρόθυμο να γίνει ευάλωτο στις πράξεις του δεύτερου, ανεξάρτητα από την ικανότητά του να τις παρακολουθήσει ή ελέγξει. Συναδελφικές σχέσεις εμπιστοσύνης μπορούν, εναλλακτικά, να κατανοηθούν και ως σχέσεις κοινωνικής ανταλλαγής, οι οποίες, σε αντίθεση με σχέσεις αυστηρά περιορισμένες στο πλαίσιο οικονομικών συνδιαλλαγών συχνά οριοθετημένων από κάποιο συμβόλαιο, βασίζονται στην αμοιβαιότητα, φροντίδα και ενδιαφέρον για το καλό του άλλου, και τελικά στην πεποίθηση ότι επενδύοντας στη διαπροσωπική σχέση είναι πιθανό να επιφέρει άυλα αλλά και απτά κέρδη (π.χ. κοινωνική-συναισθηματική υποστήριξη, χρήσιμες συμβουλές, επαφές με σημαντικούς τρίτους, κτλ.) στο απώτερο μέλλον. Με αυτή την έννοια, διαπροσωπικοί δεσμοί εμπιστοσύνης  στα πλαίσια της ομάδας αποτελούν ένα είδος κοινωνικού κεφαλαίου, τα οφέλη του οποίου μπορούν να καρπωθούν τόσο οι εργαζόμενοι ατομικά, όσο και η ομάδα συνολικά.

Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι, γενικά, συναδελφικές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από εμπιστοσύνη συνδέονται με αυξημένη εργασιακή ευεξία και απόδοση, υψηλότερα επίπεδα καλής συμπεριφοράς από τον εργαζόμενο, καθώς επίσης και με ταχύτερη ανάπτυξη  συνεργατικού πνεύματος ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Ειδικότερα, η παρουσία εμπιστοσύνης στις συναδελφικές σχέσεις αποκτάει ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες: (1) υψηλής αβεβαιότητας, πολυπλοκότητας και αλληλεξάρτησης που συνήθως χαρακτηρίζουν την εργασία έντασης γνώσης,  και (2) υψηλού ρίσκου, τόσο με την έννοια του  χρηματοοικονομικού κινδύνου σε εταιρικό επίπεδο όσο και με το ρίσκο επαγγελματικής ανέλιξης και απασχολησιμότητας σε προσωπικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ, είναι το γνωστό πείραμα σωματιδιακής φυσικής ATLAS στον μεγάλο επιταχυντή αδρονίων στο CERN (οrganisation européenne pour la recherche nucléaire), στο οποίο περίπου 3000 επιστήμονες (από τους οποίους 1000 διδακτορικοί και μεταδιδακτορικοί ερευνητές) από 174 πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε 38 χώρες (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) συνεργάζονται σε μία από τις μεγαλύτερες, πολυπλοκότερες, και ίσως πιο φιλόδοξες, από άποψη απαιτούμενων πόρων και ανάγκης ομαδικού συντονισμού, ερευνητικές προσπάθειες στον τομέα των φυσικών επιστημών.

Οι Chung & Jackson (2011) σε μια πρόσφατη έρευνά τους, στην οποία συμμετείχαν 48 ομάδες βιολόγων και χημικών επιστημόνων από ένα πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Πολιτειών, εστιάζουν ιδιαίτερα στο ρόλο της εμπιστοσύνης ως συντονιστικού μηχανισμού στη διαδικασία δημιουργίας γνώσης στα πλαίσια της ομάδας, καθώς και στο δυνητικό ρόλο του τύπου εργασίας στη σχέση εμπιστοσύνης και δημιουργίας γνώσης. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι όταν ένας εργαζόμενος χαίρει της εμπιστοσύνης των μελών της ομάδας του, τότε η συντονιστική ικανότητά του αυξάνεται σημαντικά, ενισχύοντας την προσαρμοστικότητά του σχετικά με το τι, πως και πότε πρέπει να δράσει αποτελεσματικά. Χρησιμοποιώντας την αναλογία του πομπού και δέκτη στο πλαίσιο της μεταφοράς γνώσης, οι Chung & Jackson υποστηρίζουν ότι όταν ένας εργαζόμενος (πομπός)  εμπιστεύεται τον συνεργάτη του (δέκτης), έχει εξαιρετικά μειωμένο κίνητρο να μη μεταδώσει τη γνώση του όταν αυτό του ζητηθεί. Συνεπώς, υποστηρίζουν ότι, σε σχέση με έναν αναξιόπιστο εργαζόμενο, ο αξιόπιστος συνάδελφος έχει σημαντικό πλεονέκτημα πρόσβασης στη γνώση και εμπειρία των συνεργατών του, και άρα αυξημένη ικανότητα δημιουργίας νέας γνώσης. Επίσης, οι Chung & Jackson υποστηρίζουν ότι η θετική σχέση διαπροσωπικής εμπιστοσύνης και δημιουργίας γνώσης είναι μάλλον σημαντικά εντονότερη σε συνθήκες υψηλής αλληλεξάρτησης εργασίας και καθηκόντων. Όταν υπάρχει υψηλή αλληλεξάρτηση, τα μέλη της ομάδας έχουν αυξημένη δυνατότητα πρόσβασης και αλληλεπίδρασης στο ομαδικό δίκτυο με αποτέλεσμα την αυξημένη ικανότητα συγκομιδής περισσότερων αλλά και διαφορετικών πληροφοριών, συμβουλών και εμπειριών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας των Chung & Jackson έδειξαν ότι, όντως, οι επιστήμονες εκείνοι που έχαιραν της υψηλής εμπιστοσύνης των συνεργατών τους, παρουσίασαν αυξημένη δυνατότητα παραγωγής νέας γνώσης, μετρήσιμης με βάση το συντελεστή απήχησης των δημοσιεύσεών τους σε επιστημονικά περιοδικά. Σε συμφωνία με τη δεύτερη υπόθεση της έρευνας τους, οι Chung & Jackson βρήκαν, επίσης, ότι η θετική σχέση μεταξύ εμπιστοσύνης και δημιουργίας γνώσης ήταν στατιστικά εντονότερη σε συνθήκες υψηλότερης αλληλεπίδρασης εργασίας συγκριτικά με συνθήκες χαμηλότερης αλληλεπίδρασης εργασίας. Επίσης, παρόλο που η έρευνα εστίασε στο ρόλο της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό της ομάδας, ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμά της αφορά στη θετική σχέση που παρατηρήθηκε ανάμεσα στην παραγωγή γνώσης και στο μέγεθος του δικτύου εμπιστοσύνης των εργαζόμενων εκτός των ορίων της ομάδας τους.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει, λοιπόν, από την έρευνα των Chung & Jackson είναι ότι η  διαπροσωπική εμπιστοσύνη αποτελεί καίρια προϋπόθεση για την υψηλή αποδοτικότητα ομάδων έντασης γνώσης, και ειδικότερα για τις ομάδες εκείνες στις οποίες απαιτείται έντονη αλληλεξάρτηση εργασιών, καθηκόντων και διαδικασιών.  Ποιες ενέργειες, συνεπώς, μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη συνεργατικών σχέσεων εμπιστοσύνης; Οι Chung & Jackson προτείνουν τις ακόλουθες πρακτικές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και εργασιακών σχέσεων:

  • Προγράμματα κοινωνικοποίησης κυρίως των νεοεισερχόμενων εργαζομένων με στόχο τη δημιουργία κλίματος συνεργασίας και αμοιβαιότητας
  • Επιλεκτική προσέλκυση και επιλογή προσωπικού με ιδιαίτερη έμφαση στην επιδεξιότητα, καλοσύνη και ηθική ακεραιότητα, που αποτελούν τα βασικά κριτήρια στα οποία βασίζεται η εκτίμηση της αξιοπιστίας του ατόμου
  • Εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες που τονίζουν τη σημαντικότητα των παραπάνω χαρακτηριστικών
  • Συντονισμένες και ειλικρινείς προσπάθειες ενίσχυσης της εργασιακής σταθερότητας μέσω της αποκεντροποίησης των εργασιακών δομών, της αμεσότερης συμμετοχής των εργαζόμενων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, και της ενίσχυσης της διαδικαστικής δικαιοσύνης

Το ερώτημα, φυσικά, που προκύπτει είναι κατά πόσον, σε περιόδους εργασιακής αναταραχής και συρρίκνωσης της ζήτησης εργασίας στο πλαίσιο της γενικότερης οικονομικής ύφεσης, η εφαρμογή των παραπάνω πρακτικών από τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι ρεαλιστική ή όχι. Το κρίσιμο θέμα της επίδρασης της οικονομικής κρίσης στην διαπροσωπική και οργανωτική εμπιστοσύνη θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας επομένης ανάλυσης. Σαν πρόλογο σε αυτή, απλά να αναφέρουμε ότι, με βάση τα στοιχεία του τελευταίου Ευρωβαρομέτρου, μόλις 2 στους 10 Έλληνες εμπιστεύονται τις μεγάλες επιχειρήσεις!

 

Πηγή

Chung, Y., & Jackson, S. E. 2011. Co-worker trust and knowledge creation: A multilevel analysis. Journal of Trust Research, 1(1): 65-83.