• Email
  • RSS
  • Print

 

Ομαδική Απόδοση

Η Επίδραση της Ομαδικής Ευσυνειδησίας και του Τύπου Εργασίας

 

 

 

 

Σημείωση: Η παρακάτω ανάλυση αφορά στην παράθεση της επιστημονικής δημοσίευσης των English et al. (2004) κι αυτή αναφέρεται ως η κύρια πηγή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου. Αναφέρεται, επίσης, πως παρατίθενται κάποιες βασικές θεωρίες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα, καθώς και τα κύρια συμπεράσματά της. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο, τη μεθοδολογία έρευνας και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και συμπεράσματα, ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στην πρωτότυπη δημοσίευση.

 

 

Ομαδική Απόδοση

Η απόδοση μπορεί να μετρηθεί με διάφορες μεθόδους σε ατομικό κι ομαδικό επίπεδο κι επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως συνθήκες εργασίας, συμπεριφορά, προσωπικότητα κ.α. Γενικότερα, είναι πιο ακριβής η πρόβλεψη της απόδοσης όταν χρησιμοποιούνται μέθοδοι κι εργαλεία μέτρησης που αναφέρονται συγκεκριμένα σε μια δεδομένη κατάσταση (επιχείρηση, είδος εργασίας, είδος ομάδας κλπ.). Πέρα όμως από τις διαφορετικές προσεγγίσεις που υπάρχουν για τη μέτρηση της απόδοσης, δυο παράγοντες έχουν δείξει γενικευμένη σταθερότητα κι υψηλή εγκυρότητα στο να προβλέπουν την υψηλή απόδοση (ατόμων κι ομάδων) σε διάφορες περιστάσεις και συνθήκες. Αυτοί οι παράγοντες είναι η γενική νοητική ικανότητα κι η ευσυνειδησία.

 

Ο Τύπος της Εργασίας

Η επικρατέστερη ταξινόμηση του είδους των εργασιών είναι αυτή του Steiner όπου διακρίνει τέσσερις κατηγορίες (τύπους):

–          Προσθετική Εργασία: οι προσπάθειες των ατόμων επιδρούν προσθετικά στη συνολική απόδοση, όπως όταν προτείνονται ιδέες όπου όλοι πρέπει να αποδώσουν υψηλά για την εξαγωγή μιας καλής κι αποδοτικής ιδέας. Η χαμηλή απόδοση έστω κι ενός ατόμου μπορεί να επηρεάσει αρνητικά και τη συνολική απόδοση μιας ομάδας.

–      Συνδετική Εργασία: οι εργασίες των ατόμων συνδέονται κι αν κάποιος δεν αποδίδει σωστά μειώνεται κι η συνολική απόδοση (π.χ. γραμμή παραγωγής). Οπότε αυτός που αποδίδει λιγότερο, ουσιαστικά, καθορίζει και το επίπεδο της συνολικής απόδοσης.

–          Ασύνδετη Εργασία: τα κομμάτια της εργασίας είναι ασύνδετα, όπως στην επίλυση ενός προβλήματος, κι οι συνεισφορές των μελών δεν επηρεάζουν η μία την άλλη, ενώ η συνεισφορά του πιο ικανού θα αποτελέσει και τη συνολική απόδοση μιας ομάδας.

–          Διακριτική Εργασία: είναι εργασία κατά την οποία τα μέλη μιας ομάδας έχουν την ευχέρεια (αυτονομία) να συνδυάσουν και να χρησιμοποιήσουν τους πόρους τους με όποιον τρόπο επιθυμούν. Οι εισφορές του πιο ικανού μέλους έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις αποφάσεις και στην απόδοση της ομάδας. Τέτοιες ομάδες είναι αυτοδιοικούμενες όπως οι διοικητικές ομάδες.

 

Αποτελέσματα – Συμπεράσματα

Οι English et al. (2004) στη έρευνα που διενήργησαν προσπάθησαν να αναπτύξουν ένα εργαλείο μέτρησης που αναφέρεται στην ομαδική ευσυνειδησία, θεωρώντας ότι ένα εργαλείο που αναφέρεται απευθείας στο ομαδικό χαρακτηριστικό είναι πιο ικανό να προβλέψει την ομαδική απόδοση, σε σχέση με το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, απ’ ό,τι ένα εργαλείο που μετράει το ατομικό επίπεδο αυτού του χαρακτηριστικού (και μετά ανάγεται στο ομαδικό επίπεδο εξάγοντας π.χ. το μέσο όρο). Δηλαδή αντί να περιέχονται στο ερωτηματολόγιο για την ευσυνειδησία π.χ. ερωτήσεις του τύπου ¨κάνω όλες μου τις δουλειές προσεκτικά¨ η ερώτηση γίνεται ¨κάνουμε όλες μας τις δουλειές προσεκτικά¨. Οι συμμετέχοντες δηλαδή βαθμολογούν στην κάθε πρόταση την αντίληψη που έχουν για την ομάδα ως σύνολο σε ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό κι όχι για τον εαυτό τους.

Οι English et al. (2004) λοιπόν βρήκαν πως η μέτρηση στο ομαδικό επίπεδο μπόρεσε να προβλέψει την ομαδική απόδοση σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο πέρα και πάνω από τη μέτρηση στο ατομικό επίπεδο. Αυτό όμως βρέθηκε μόνο για τις ασύνδετες εργασίες. Γενικότερα, η ευσυνειδησία βρέθηκε να έχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την απόδοση για τις προσθετικές και τις ασύνδετες εργασίες, όχι για τις συνδετικές.

Η ομαδική ευσυνειδησία έδειξε να είναι ισχυρότερος παράγοντας για τις ασύνδετες παρά για τις προσθετικές εργασίες. Ίσως αυτό να σημαίνει ότι η ατομική ευσυνειδησία του καθενός, όταν δουλεύουν περισσότερο μόνοι τους, είναι που καθορίζει και την επιτυχία της ομάδας και την ομαδική ευσυνειδησία ως έννοια. Δηλαδή όταν τα μέλη μιας ομάδας δουλεύουν με μικρή αλληλεξάρτηση τότε είναι αναγκαίο να είναι ακόμα πιο ευσυνείδητα και να έχουν εσωτερική παρακίνηση να δουλεύουν αυτόνομα, δίχως κάποιος να τους ελέγχει.

Αν και δε στηρίχτηκε πλήρως η υπόθεση των English et al. (2004) ότι ο τύπος της εργασίας θα καθορίσει τη σχέση (δυνατή ή αδύναμη) ανάμεσα στην ευσυνειδησία και στην απόδοση, φάνηκε ωστόσο πως ο τύπος της εργασίας παίζει κάποιο ρόλο στην πρόβλεψη της απόδοσης, άρα είναι προτιμότερο να εξετάζονται οι παράγοντες της προσωπικότητας που την επηρεάζουν με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, το συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας της ομάδας. Για παράδειγμα, για τις ασύνδετες εργασίες βρέθηκε πως η ευσυνειδησία παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά για τις συνδετικές που δε βρέθηκε κάτι αντίστοιχο ενδέχεται να παίζει σημαντικότερο ρόλο η συγκαταβατικότητα της ομάδας (ένας άλλος δηλαδή παράγοντας της προσωπικότητας). Ο τύπος της εργασίας λοιπόν ίσως να είναι ένας παράγοντας βάσει του οποίου πρέπει να αποφασίζεται η σύνθεση μιας ομάδας.

Πρέπει πάντως να υπάρχει προσοχή στη χρήση των ερωτηματολογίων μέτρησης μιας μεταβλητής, αν θα μετρηθεί στο ατομικό επίπεδο ή στο ομαδικό, αν δηλαδή θα αξιολογηθούν τα ατομικά χαρακτηριστικά και στη συνέχεια θα εξαχθεί ο ομαδικός δείκτης (π.χ. μέσος όρων ατομικών βαθμών) ή θα αξιολογηθεί απευθείας σαν ομαδικό χαρακτηριστικό. Αυτό το επισημαίνουν οι English et al. (2004) γιατί στην παρούσα έρευνά τους μόνο το 25% της διακύμανσης ήταν κοινή ανάμεσα στις μετρήσεις που έγιναν σε ομαδικό και σε ατομικό επίπεδο.

Έχει προταθεί στη βιβλιογραφία πως όταν πρέπει να μετρηθεί κάποιο ομαδικό φαινόμενο, η καλύτερη μέθοδος είναι η βαθμολόγηση μέσω συναίνεσης, όπου όλα τα μέλη από κοινού πρέπει να καταλήξουν στη βαθμολογία της ομάδας (π.χ. να αποφασίσουν πως η ομάδα βαθμολογείται με 8 στην ευσυνειδησία σε μια κλίμακα από 1 μέχρι 10). Οι English et al. (2004) προτείνουν πως όταν δεν είναι εφικτή η συγκεκριμένη μέθοδος, η αμέσως καλύτερη είναι να χρησιμοποιούνται μετρήσεις με ερωτήματα που αναφέρονται στο ομαδικό επίπεδο και στη συγκεκριμένη ομάδα, παρά να χρησιμοποιούνται γενικές μετρήσεις ενός χαρακτηριστικού στο ατομικό επίπεδο και μετά να προστίθενται για να εξαγάγουν έναν ομαδικό δείκτη.

 

Πηγή

English, A., Griffith, L.R., Steelman, A.L., 2004, “Team Performance: The Effect of Team Conscientiousness and Task Type”, Small Group Research, Vol. 35, No 6, pp 643-665