• Email
  • RSS
  • Print

Η Ελλάδα σε Οικονομικό Πόλεμο

Συνεργασία ή Ανταγωνισμός η Λύση;

Λόγω της βιαιότητας που προκαλεί, ο πόλεμος είναι η πιο ακραία μορφή ανταγωνισμού, όπου σε αυτήν την περίπτωση μάλλον ονομάζεται αντιπαλότητα, εχθρότητα κλπ. Σε έναν πόλεμο βλέπουμε να συμβαίνει το εξής οξύμωρο. Από τη μια η αντιπαλότητα συμβάλλει στην τεχνολογική εξέλιξη και γενικότερα στην αύξηση της ανθρώπινης γνώσης, από την άλλη όμως κοστίζει σε ανθρώπινες ζωές κι οδηγεί στην απανθρωπιά και στην καταστροφή. Στον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων υπάρχει η ίδια ανάγκη και πίεση για εξέλιξη, με σκοπό να νικηθούν οι “αντίπαλοι”, δίχως όμως να έχουμε θύματα (κυριολεκτικά ή οικονομικά), μιλώντας πάντα για νόμιμο και υγιή ανταγωνισμό. Το συμπέρασμα είναι ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, ο ανταγωνισμός είναι καλός και οδηγεί στην πρόοδο.

Στον αντίποδα του ανταγωνισμού έχουμε τη συνεργασία, όπου οι άνθρωποι ενώνουν τις δυνάμεις και τις γνώσεις τους για έναν κοινό σκοπό. Η συνεργασία, όταν λειτουργεί, μόνο καλό μπορεί να δώσει. Βέβαια, αυτό που συμβαίνει στην πράξη τελικά είναι ότι ο ανταγωνισμός με τη συνεργασία, ουσιαστικά, συνυπάρχουν. Για παράδειγμα, δυο χώρες μπορεί να μάχονται, δυο επιχειρήσεις μπορεί να ανταγωνίζονται, αλλά αυτά τα συστήματα αποτελούνται από μονάδες ανθρώπων οι οποίοι πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους.

Τι συμβαίνει τώρα όμως με τα συστήματα στο σύνολό τους; Πρέπει να ανταγωνίζονται ή πρέπει να συνεργάζονται; Τι θα ήταν πιο ωφέλιμο για μια οικονομία, ιδίως σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε κρίση όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας! Πρέπει να ενωθούν για παράδειγμα οι επιχειρήσεις ενός συγκεκριμένου κλάδου και να δημιουργήσουν μεγαλύτερες επιχειρήσεις ή πρέπει να ανταγωνιστούν, ώστε ο ανταγωνισμός αυτός να οδηγήσει σε καινοτομίες άρα και αυξημένη διεθνή ανταγωνιστικότητα! Όταν μιλάμε για ένωση δε μιλάμε φυσικά για δημιουργία τραστ ή μονοπωλίων εναντίων των καταναλωτών, αλλά για δυνατές και οικονομικά υγιείς επιχειρήσεις έτοιμες να αντιμετωπίσουν το διεθνή ανταγωνισμό. Μιλάμε για μείωση του φαινομένου των πολυάριθμων πολύ μικρών επιχειρήσεων και γενικότερα για συσπείρωση και συνεργασία των επιχειρηματικών μονάδων μικρών και μεγάλων.

Σκεπτόμενοι την ελληνική οικονομία ως ένα κλειστό σύστημα, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε με τη ρήση ¨παν μέτρον άριστον¨, δηλαδή να υπάρχει συνεργασία και ανταγωνισμός σε ισορροπία. Από τη μια, να ξεφύγουμε από την πληθώρα των πολύ μικρών επιχειρήσεων που περιορίζει την πρόοδο και τη γνώση. Και γιατί την περιορίζει! Επειδή κατακερματίζει τις γνώσεις και τις δεξιότητες και καταρρακώνει το πλεονέκτημα της συνεργασίας, όπου οι άνθρωποι ενώνουν και συνδυάζουν αυτές τις δεξιότητες, για να προωθούν την καινοτομία και να βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, δε θέλουμε να συσσωρευτεί και όλη η τεχνογνωσία σε μια γιγαντιαία επιχείρηση, γιατί θα εκλείψει έτσι το θετικό στοιχείο του ανταγωνισμού. Το παράδειγμα του κλειστού συστήματος το έχουμε δει σε διάφορες χώρες που έχουν επί το πλείστον κλειστά τα σύνορα τους και οι βιομηχανίες τους μένουν πίσω τεχνολογικά (εκτός από την πολεμική ίσως βιομηχανία, λόγω αντιπαλότητας με άλλες χώρες), αφού ουσιαστικά είναι μονοπωλιακές επιχειρήσεις.

Σκεπτόμενοι φιλοσοφικά, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε γιατί να είναι αδύνατο να εξελιχθεί ο άνθρωπος μόνο μέσα από τη συνεργασία και χρειάζεται κάποιον αντίπαλο; Ίσως κάποια στιγμή να γίνει κι αυτό, αλλά μέχρι στιγμής η ιστορία δείχνει πως η φύση μας είναι διαφορετική και μάλλον χρειαζόμαστε τον ανταγωνισμό. Σε άλλη περίπτωση ενδέχεται να επικρατήσει η οκνηρία και η στασιμότητα. Ο ανταγωνισμός ενεργοποιεί βασικά μας ένστικτα και προκαλεί την έξαρση της ανάγκης για επιβίωση.

Άραγε, αν δεν υπήρχε ο ψυχρός πόλεμος, θα είχαν προχωρήσει τόσο πολύ τα διαστημικά προγράμματα! Ακόμα και σήμερα που φαίνεται να συνεργάζονται οι επιστήμονες στη γνώση του σύμπαντος και ανακαλύπτουν συνεχώς νέα στοιχεία και νέες τεχνολογίες, δεν είναι τελείως μη ανταγωνιστικό το περιβάλλον. Γιατί ο κάθε επιστήμονας θέλει να διακριθεί, άρα εκ των πραγμάτων ανταγωνίζεται άλλους επιστήμονες ή ομάδες επιστημόνων. Είναι όμως η ευκταία κατάσταση που θα θέλαμε να έχουμε και στον κόσμο των επιχειρήσεων, δηλαδή να υπάρχει η συνεργασία και ο ανταγωνισμός να βρίσκεται κυρίως στη θέληση της κάθε μονάδας να διακριθεί μέσα από την επιτυχία του συνόλου, ή μιλώντας για το άτομο να επιδιώκει να εκπληρώνει τις ατομικές του επιθυμίες και προσδοκίες παράλληλα με τις ομαδικές.

Ας επανέλθουμε όμως στην περίπτωση της Ελλάδας. Μιλήσαμε για ισορροπία ανάμεσα στη συνεργασία και στον ανταγωνισμό, αν σκεφτούμε την Ελλάδα ως ένα κλειστό σύστημα. Αν τώρα την αναλογιστούμε ως ανοιχτό σύστημα, σε συνάρτηση με το διεθνή ανταγωνισμό, τότε η ισορροπία που αναφέραμε μπορεί να αλλάξει και να κλίνει προς μια πιο διευρυμένη συνεργασία, αφού το ρόλο του ανταγωνιστή θα τον έχουν οι ξένες επιχειρήσεις και θα είναι αυτές που θα μας δίνουν το κίνητρο για καινοτομία και πρόοδο. Δεν μιλάμε φυσικά για τη δημιουργία μονοπωλιακών υπέρ-γιγάντων εντός των συνόρων, αλλά για αυξημένη συνεργασία ανάμεσα σε κλαδικούς επιχειρηματίες.

Στην πραγματικότητα είναι αυτό βλέπουμε να αρχίζει να επικρατεί στην Ελλάδα, η τάση για συνεργασία, μέσα από διάφορα κινήματα, θεσμικά (π.χ. σύνδεσμοι επιχειρηματιών και επαγγελματιών) ή όχι (π.χ. ανεπίσημες φιλικές συζητήσεις). Γιατί συμβαίνει αυτό! Γιατί δεχόμαστε μια επίθεση οικονομική, την οποία βέβαια προκαλέσαμε και οι ίδιοι, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Έχουμε λοιπόν πόλεμο οικονομικό και γι’ αυτό βλέπουμε να τρέχουν πάλι οι έλληνες να οργανωθούν και να κάνουν ενέργειες συσπείρωσης, με κατεύθυνση την αλλαγή πορείας και νοοτροπίας, αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητά τους και τις ικανότητές τους σε σχέση με τους ξένους. Θα τα καταφέρουμε ή μήπως η βαθιά ριζωμένη ελληνική κουλτούρα θα υπερνικήσει την αλλαγή;

Το άρθρο του Αρίστου Δοξιάδη περιγράφει γλαφυρά και σφαιρικά την ελληνική νοοτροπία και τους λόγους θεμελίωσης της εγχώριας οικονομίας πάνω στις πολλές μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Περιγράφει τους Έλληνες ως καχύποπτους και μη συνεργάσιμους, ενώ καιροσκοπούν δίχως να βλέπουν την ευρύτερη εικόνα της οικονομίας ως σύνολο και τι συνέπειες (θετικές ή αρνητικές) έχουν δυνητικά οι δικές τους μεμονωμένες ενέργειες. Είναι ανάγκη να πάψουμε να θέλουμε όλοι να είμαστε αφεντικά του εαυτού μας και να αρχίσουμε να εμπιστευόμαστε περισσότερο ο ένας τον άλλον. Να αρχίσουμε σιγά-σιγά να κατανοούμε πως μπορούμε και μέσα από την ομαδική προσπάθεια να ικανοποιήσουμε και τις ατομικές μας φιλοδοξίες, κερδίζοντας και ως σύνολο.

Τι θα ήταν άραγε ιδανικό να γίνει; Η αλήθεια είναι πως ό,τι και να πράξουμε η ιστορία θα δείξει αν ήταν σωστό ή όχι. Λογικά όμως σκεπτόμενοι και σύμφωνα με την εμπειρία, τόσο από το δικό μας έθνος όσο και από τα άλλα, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε τα θετικά στοιχεία και να αποτινάξουμε τα αρνητικά. Μια γενική κατεύθυνση, εδώ που έχει φθάσει η κατάσταση, θα ήταν περισσότερο η συσπείρωση. Με άλλα λόγια, αν θέλει κάποιος να δημιουργήσει μια επιχείρηση ας μελετήσει πρώτα την περίπτωση της συνεργασίας πριν προχωρήσει στην αντιμέτωπο επίθεση. Πριν ανοίξει ένα μπαρ, δίπλα σε ένα άλλο, ας πάει ο επίδοξος επιχειρηματίας να συνεννοηθεί με τον υπάρχοντα επιχειρηματία. Μπορεί να δημιουργήσουν έναν μεγαλύτερο χώρο ή να του προτείνει κάτι άλλο, για παράδειγμα ο ένας να προσφέρει το ποτό και ο άλλος (ο νέος επιχειρηματίας) να προσφέρει το φαγητό, ανοίγοντας δίπλα ένα ανάλογο κατάστημα. Το παράδειγμα φυσικά είναι λίγο πρόχειρο, αλλά μάλλον περιγράφει την κεντρική ιδέα.

Πρέπει λοιπόν να αυξηθεί η επικοινωνία ανάμεσα στους επιχειρηματίες και αυτόν τον ρόλο καλούνται να τον αναλάβουν οι διάφοροι σύνδεσμοι και οι ενώσεις, όπου θα μπορούν να απευθύνονται οι επιχειρηματίες, υφιστάμενοι και νέοι, για να παίρνουν χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές, με απλά λόγια να υπάρχει μια συνεννόηση, ένας σωστός συντονισμός. Ας γίνουν οι επιχειρήσεις από πολλές και πολύ μικρές, λιγότερες και μεγαλύτερες, εκμεταλλευόμενες έτσι τα οικονομικά οφέλη του μεγέθους και τη μεγαλύτερη συσσώρευση τεχνογνωσίας. Κι αυτές οι επιχειρήσεις που θα δημιουργηθούν ας αυξήσουν το συντονισμό μεταξύ τους, ώστε να ορίσουν ένα κοινό στόχο πέρα από τον ατομικό, και να αντιτάξουν ένα κοινό μέτωπο απέναντι στο διεθνή ανταγωνισμό. Ας μην ξεχνάμε πως οι άτακτοι στρατοί δύσκολα κερδίζουν τις μάχες. Ας υπάρξει λοιπόν ο ανταγωνισμός, αλλά να είναι υγιής, περιλαμβάνοντας και τη συνεργασία, τον κλαδικό συντονισμό. Η δια-επιχειρησιακή συνεργασία θα συντελέσει στην αύξηση της γνώσης και στην αντιμετώπιση πολλών κοινών προβλημάτων, κυρίως αν παραμείνουμε τελικά στο μοντέλο των πολυάριθμων μικρών (οικογενειακών) επιχειρήσεων.

Όλα όσα αναφέρουμε είναι λίγο γενικευμένα και ίσως αόριστα ή ειδυλλιακά θεωρήματα. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές εφαρμογής της αλλαγής χρειάζονται πολύ περισσότερη μελέτη και ανάλυση και πολύ περισσότερο χαρτί για να γραφθούν πριν δοκιμαστούν στην πράξη. Οι τρόποι υπάρχουν, τουλάχιστον για να δοκιμάσουμε μια διαφορετική προσέγγιση, αλλά το σίγουρο είναι πως η αυξημένη συνεργασία είναι αναγκαία. Το βασικό ερώτημα είναι αν θα τα καταφέρουμε ως έθνος, διότι αν μη τι άλλο:

Ο Έλληνας είναι σαν τον άνθρωπο, δύσκολα αλλάζει…..

Αντώνης Γαβαλάς