• Email
  • RSS
  • Print

Γνώθι Σαυτόν: Προπονώντας ηγέτες βάσει της θεωρίας της Εμπειρικής Μάθησης του Kolb

 

 Σημείωση: Η παρακάτω ανάλυση αφορά στην παράθεση της επιστημονικής δημοσίευσης των  Turesky & Gallagher (2011) κι αυτή αναφέρεται ως η κύρια πηγή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου. Αναφέρεται, επίσης, πως παρατίθενται κάποιες βασικές θεωρίες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα, καθώς και τα κύρια συμπεράσματά της. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο, τη μεθοδολογία έρευνας και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και συμπεράσματα, ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στην πρωτότυπη δημοσίευση.

 

Η θεωρία

Η σωστή ηγεσία είναι παράγοντας κλειδί για την απόδοση και την επιτυχία ενός οργανισμού και ¨ηγέτης¨ πρέπει να είναι ο καθένας στον τομέα ευθύνης του, πέρα από το αν είναι ένας ρόλος επίσημα ανατεθειμένος. Οι Turesky & Gallagher (2011) περιγράφουν στη δημοσίευσή τους πώς μπορεί κάποιος να προπονήσει (εκπαιδεύσει) ηγέτες ή να καθοδηγήσει τους υφισταμένους του, χρησιμοποιώντας τη θεωρία εμπειρικής μάθησης του Kolb. Κάθε ηγέτης, όπως και κάθε άνθρωπος, έχει το δικό του τρόπο να δέχεται τις εμπειρίες και να μαθαίνει, είναι όμως λάθος να προσπαθούν να καθοδηγήσουν τους υφισταμένους τους και να τους βελτιώσουν, χρησιμοποιώντας τη δική τους προτίμηση στον τρόπο εκμάθησης. Πρέπει να αναγνωρίσουν τη διαφορετικότητα και ότι ο καθένας έχει το δικό του στυλ, δηλαδή το δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται και να διαχειρίζεται τις πληροφορίες.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους προπονητές ηγετών. Πρέπει να προσαρμόζουν τον τρόπο καθοδήγησης και εκπαίδευσης σύμφωνα με το στυλ του εκπαιδευόμενου και όχι το δικό τους. Αν ο εκπαιδευτής δεν μπορεί να προσαρμόσει το στυλ του, τότε ίσως θα ήταν καλύτερο να αναλαμβάνει την εκπαίδευση μάνατζερ με παρόμοιο στυλ εκμάθησης. Το να γνωρίζει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει καλύτερα είναι θεμιτό γιατί έτσι αναγνωρίζει τα δυνατά σημεία που έχει το προσωπικό του στυλ, δηλαδή ποιες πληροφορίες και πώς τις αντιλαμβάνεται και τις μαθαίνει καλύτερα, και μπορεί παράλληλα να βελτιώσει τα αδύνατά του σημεία, άρα και την ικανότητα μάθησης. Με άλλα λόγια, όποιος κατανοεί συνειδητά τον τρόπο που μαθαίνει μπορεί να επιτύχει μεγαλύτερη βελτίωση.

Υπάρχουν βέβαια και κάποια αντίθετα αποτελέσματα ερευνών όπου δεν έδειξαν να παίζει κάποιο ρόλο στην εκμάθηση η σύνδεση του μαθησιακού στυλ του εκπαιδευτή με αυτό του εκπαιδευόμενου και φυσικά υπάρχουν και διάφορες άλλες θεωρίες προσέγγισης, όπως η εξέταση του φαινομένου από την σκοπιά του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η εκπαίδευση. Οι Turesky & Gallagher (2011) παρουσιάζουν τη θεωρία του Kolb γιατί στην πολύχρονη πείρα τους ως εκπαιδευτές διέκριναν τη χρησιμότητά της στο να αναπτύξουν οι εκπαιδευόμενοι μάνατζερ τις ηγετικές τους ικανότητες.

Οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια μιας εμπειρίας βιώνουν τέσσερις διαφορετικές γνωστικές λειτουργίες, την εμπειρία αυτή καθεαυτή ως γεγονός, την αντανακλαστική παρατήρηση, την αφηρημένη ιδεολογική σύλληψη και τον ενεργό πειραματισμό (πράξη). Η θεωρία του Kolb λειτουργεί σε δύο επίπεδα, την αποδοχή της εμπειρίας και την επεξεργασία των δεδομένων, από τα οποία προκύπτουν τέσσερα διαφορετικά στυλ μάθησης. Στο πρώτο επίπεδο ανήκουν η αίσθηση της εμπειρίας (αντίληψη μέσω αισθήσεων) και η αφηρημένη ερμηνεία ως ιδέα (διαδικασία αφηρημένης σκέψης), ενώ στο δεύτερο επίπεδο (αυτό της επεξεργασίας) ανήκουν η αντανακλαστική παρατήρηση και η ενεργή πράξη.

Σύμφωνα με τους ερευνητές η μάθηση έγκειται στο τρόπο που επεξεργαζόμαστε τις εμπειρίες, στην κριτική στάση που κρατάμε απέναντί τους και στην εξήγηση (νόημα) που τελικά τους δίνουμε. Η διαδικασία της μάθηση δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας ισχυρής ηγετικής ικανότητας και είναι εξατομικευμένη ως προς την προτίμηση που δείχνει το κάθε άτομο, όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο θα αντιληφθεί και θα επεξεργαστεί τις εισερχόμενες πληροφορίες. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι Turesky & Gallagher (2011) η μάθηση είναι μια διαδικασία προσαρμογής στον κόσμο.

 

Τέσσερα διακριτά στυλ εκπαιδευομένων

Ανάλογα με την προτίμηση μάθησης, σύμφωνα με το μοντέλο του Kolb, διακρίνουμε τέσσερις τύπους εκπαιδευομένων, τους αποκλίνοντες, οι οποίοι κλίνουν περισσότερο στην αντανακλαστική παρατήρηση και στην συμπαγή εμπειρία, τους αφομοιωτές, με προτίμηση στην αντανακλαστική παρατήρηση και στην αφηρημένη σκέψη, τους συγκλίνοντες, που συνδυάζουν τον ενεργό πειραματισμό και την αφηρημένη σκέψη ιδεών, και τους διευκολυντές, με υπερισχύουσες ικανότητες στον ενεργό πειραματισμό και στην καθεαυτή εμπειρία.

Αποκλίνοντες (divergers)

Οι αποκλίνοντες είναι δυνατοί στον οραματισμό και στη δημιουργικότητα και μπορούν να καταλάβουν και να συντονιστούν με τους άλλους ανθρώπους. Λειτουργούν καλύτερα σε καταστάσεις που απαιτούν τη δημιουργία εναλλακτικών ιδεών και αποφάσεων (π.χ. brainstorming). Είναι ικανοί να διακρίνουν συσχετίσεις μεταξύ εννοιών και πληροφοριών, αναζητούν εναλλακτικές δυνατότητες και μπορούν να βρουν νόημα και αξία σε διάφορες καταστάσεις, ενώ τους ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι διαπροσωπικές σχέσεις και τα συναισθήματα.

Οι αδυναμία τους βρίσκεται στο ότι αναζητούν νέες δυνατότητες και εναλλακτικές λύσεις ακατάπαυστα κι αυτό μπορεί να τους οδηγήσει μακριά από το στόχο ή το πρόβλημα. Συλλογίζονται τις καταστάσεις για μακρύ χρονικό διάστημα και καθυστερούν από το να προχωρήσουν παρακάτω και να είναι παραγωγικοί. Χρειάζονται βοήθεια στο να τηρούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και κάποιος να τους λέει (να τους δίνει να καταλάβουν) πότε πρέπει να παίρνουν μια απόφαση και να προχωρούν παρακάτω.

Συγκλίνοντες (convergers)

Οι συγκλίνοντες συλλαμβάνουν και επεξεργάζονται τις πληροφορίες περισσότερο ως αφηρημένες έννοιες. Είναι ικανοί στο να θέτουν στόχους, να λύνουν προβλήματα, να παίρνουν αποφάσεις και να δοκιμάζουν νέες ιδέες. Είναι πολύ γρήγοροι στο να αναπτύσσουν λύσεις και να αποφασίζουν, ενώ δίνουν βαρύτητα στο τεχνοκρατικό κομμάτι παρά στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Προτιμούν να λύνουν συγκεκριμένα προβλήματα και να αναλαμβάνουν εργασίες με πρακτική εφαρμογή, αυτό όμως μπορεί και να τους αποτρέψει από το να χρησιμοποιήσουν όλες τις πληροφορίες, θεωρώντας κάποιες ως ασήμαντες με βάση την αντίληψή τους, καθώς επίσης και λόγο της βιασύνης τους να ολοκληρώσουν ένα έργο. Έχουν μια τάση προς τη μεροληψία στη διαδικασία αποφάσεων και χρειάζονται βοήθεια στο να μένουν ανοιχτοί σε διαφορετικές ιδέες.

Οι συγκλίνοντες και οι αποκλίνοντες έχουν διαμετρικά αντίθετες προσεγγίσεις και η συνεργασία τους καθίσταται δύσκολη, ενώ μπορεί να εξοργίσει ο ένας τον άλλον. Οι δεύτεροι εξετάζουν συνεχώς ιδέες, ενώ οι πρώτοι θέλουν να τελειώνουν και νομίζουν ότι τους καθυστερούν. Αν συνεργαστούν θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν ο ένας τις δυνατότητες του άλλου και να μετριάσουν τις αδυναμίες τους.

Αφομοιωτές (assimilators)

Τα δυνατά τους σημεία είναι η συστηματική οργάνωση και o σχεδιασμός, η ανάλυση, η δημιουργία μοντέλων και θεωριών, ενώ τους αρέσει η επαγωγική λογική. Έχουν αυξημένη ικανότητα να κατανοούν ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών και να τις ταξινομούν σε περιεκτικές, λογικές μορφές. Συγκεντρώνουν και ενοποιούν τις πληροφορίες, σκέφτονται γρήγορα και ενδιαφέρονται περισσότερο για τα δεδομένα παρά για τους ανθρώπους.

Είναι πολύ θεωρητικοί και προτιμούν να συγκεντρώνουν δεδομένα παρά να υλοποιούν δράσεις κι αυτό τους καθιστά δυνητικά αναποφάσιστους. Επιθυμούν να συγκεντρώνουν όλες τις απαραίτητες υποθέσεις σε μια δεδομένη κατάσταση και να ελαχιστοποιούν τα άγνωστα δεδομένα, γι’ αυτό χρειάζονται βοήθεια στο να κατανοούν πότε έχουν αρκετές πληροφορίες για να προχωρήσουν στην πράξη και στην εφαρμογή.

Διευκολυντές (accommodators)

Είναι ικανοί στον να ολοκληρώνουν πλάνα και εργασίες, παίρνουν πρωτοβουλίες και εμπλέκονται σε νέες εμπειρίες. Συχνά αναλαμβάνουν ηγετικούς ρόλους, παίρνουν ρίσκο και τα πάνε καλά στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και στο χειρισμό των άλλων ανθρώπων. Έχουν γρήγορες αντιδράσεις στις καταστάσεις και στις ανάγκες και αναζητούν άμεσα τη συμμετοχή των άλλων.

Είναι ανυπόμονοι και εκνευρίζονται με όσους δεν έχουν την αίσθηση της βιασύνης, ενώ, παραβλέποντας τις λειτουργικές λεπτομέρειες, επικεντρώνονται στο πρόβλημα μόνο ως σύνολο, στις βασικές του διαστάσεις. Επίσης, έχουν την τάση να αποφεύγουν τα προβλήματα και τις λεπτομέρειες που εμποδίζουν την ολοκλήρωση ενός έργου ή μιας εργασίας. Χρειάζονται βοήθεια στο να δέχονται δεδομένα και πληροφορίες από τους άλλους (για να μην χάνουν κομμάτια τους) και να γίνουν πιο υπομονετικοί με τις διαδικασίες.

Είναι δύσκολο να δουλέψουν με τους αφομοιωτές που αναζητούν συνεχώς όλο και περισσότερα δεδομένα και αναπτύσσουν θεωρίες χωρίς να βιάζονται, ενώ οι ίδιοι (οι διευκολυντές) είναι ανυπόμονοι και θέλουν να προχωρούν στην εφαρμογή με γρήγορους ρυθμούς. Και πάλι θα μπορούσε να εξισορροπήσει ο ένας τις αδυναμίες του άλλου.

 

Οι παγίδες

Σε κάθε άνθρωπο λοιπόν υπερισχύουν κάποια χαρακτηριστικά ως προς τις αντιληπτικές και μαθησιακές του ικανότητες. Η υπερβολική όμως εμμονή σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, μας αποτρέπει από την κατανόηση των άλλων ανθρώπων και μειώνει την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Επίσης, υπάρχει ο κίνδυνος να μην αντιλαμβάνεται κάποιος τις εμπειρίες ολοκληρωμένες και σφαιρικά, ούτε να τις επεξεργάζεται διεξοδικά. Η τάση μας να χρησιμοποιούμε ένα συγκεκριμένο μαθησιακό στυλ μας αφήνει κενά στη γνώση και στην ανάλυση των εμπειριών, επηρεάζοντας αρνητικά την απόδοσή μας.

 

Συμπεράσματα

Είτε είμαστε μάνατζερ και θέλουμε να κατευθύνουμε τους υφισταμένους μας είτε προπονητές που θέλουν να εκπαιδεύσουν μάνατζερ, πρέπει να έχουμε γνώση των διαφορετικών προσεγγίσεων στον τρόπο αντίληψης και μάθησης, όσον αφορά στα υπέρ και στα κατά, και να προσαρμόζουμε το στυλ μας ανάλογα με το στυλ του εκπαιδευόμενου. Στη διαδικασία μάθησης ή καθοδήγησης δίνουμε πρωτίστως έμφαση και αξιοποιούμε τα θετικά στοιχεία του κάθε ανθρώπου που είναι υπό την επίβλεψή μας, ενώ παράλληλα προσπαθούμε να του μεταδώσουμε τις ικανότητες στις οποίες υστερεί.

Μια καλή μέθοδος στην εκπαίδευση είναι να δίνουμε αρχικά έμφαση στο πώς αντιλαμβάνεται τα πράγματα ο εκπαιδευόμενος, μετά να παρουσιάζεται η οπτική του εκπαιδευτή, ύστερα να δίνεται χρόνος στον εκπαιδευόμενο να αποδεχθεί και την εναλλακτική προσέγγιση, προσπαθώντας τέλος να βελτιώσει το προσωπικό του στυλ. Αυτό που χρειάζεται δηλαδή είναι κάποιος να του δείξει και τις εναλλακτικές προσεγγίσεις και να τον ενθαρρύνει να τις δοκιμάσει και να τις ασπαστεί. Γι’ αυτό, για να γίνουμε καλοί εκπαιδευτές ή καθοδηγητές, πρέπει να αναγνωρίζουμε το προσωπικό μας στυλ μάθησης, καθώς και αυτό των εκπαιδευομένων μας και να κατανοούμε τις δυνατότητες και τις αδυναμίες στον κάθε ξεχωριστό τρόπο αντίληψης και ανάλυσης των πληροφοριών, καθώς και εφαρμογής.

Να τονίσουμε τέλος ότι ο κάθε άνθρωπος δεν εντάσσεται απαραίτητα σε μια και μόνο κατηγορία μαθησιακού στυλ. Ενδέχεται να παρουσιάζει και ένα μίγμα χαρακτηριστικών. Αυτό που ισχύει πάντα είναι ότι εντοπίζουμε τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία σε όποια κατηγορία και αν ανήκουν. Κανένα στυλ μάθησης δεν είναι τέλειο και πρέπει να προσπαθούμε να ξεπερνάμε τα όρια μας, πέρα από τη μέθοδο με την οποία αισθανόμαστε άνετα, στην αντίληψη και επεξεργασία της πληροφορίας, συγκεντρώνοντας και αξιοποιώντας τα θετικά στοιχεία από κάθε ξεχωριστό στυλ.

 

 

Πηγή

Turesky, F., E., Gallagher, D., 2011, “Know thyself: Coaching for leadership using Kolb’s Experiential Learning Theory”, The Coaching Psychologist, Vol. 7, No. 1, pp. 5-14