• Email
  • RSS
  • Print

Σεβασμός και Συνεργασία μπροστά στο Κοινωνικό Δίλλημα

Η Σπουδαιότητα της Αποδοχής από την Ομάδα

 

 

 

 

Σημείωση: Η παρακάτω ανάλυση αφορά στην παράθεση της επιστημονικής δημοσίευσης του De Cremer (2002) κι αυτή αναφέρεται ως η κύρια πηγή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου. Αναφέρεται, επίσης, πως παρατίθενται κάποιες βασικές θεωρίες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα, καθώς και τα κύρια συμπεράσματά της. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο, τη μεθοδολογία έρευνας και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και συμπεράσματα, ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στην πρωτότυπη δημοσίευση.


Θεωρία

Ως κοινωνικό δίλλημα θεωρείται η κατάσταση εκείνη κατά την οποία τα προσωπικά και τα ομαδικά συμφέροντα βρίσκονται σε ασυμφωνία. Οπότε το άτομο πρέπει να πάρει την απόφαση για το αν θα καταβάλει προσπάθεια για τις δικές του επιδιώξεις ή για τις ομαδικές. Η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου είναι ένα βασικό κίνητρο που επηρεάζει σημαντικά τη συμπεριφορά του κι ο βαθμός σύνδεσης που νιώθει με ένα γκρουπ στο οποίο εντάσσεται επηρεάζει το βαθμό συνεργασίας του με τα υπόλοιπα μέλη. Τα άτομα που ταυτίζονται με ένα γκρουπ, συνήθως χαρακτηρίζουν τα άλλα μέλη ως αξιόπιστα και συνεργάσιμα. Αυτός ο βαθμός σύνδεσης θα επηρεάσει τελικά και την επιλογή του ατόμου ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και στο ομαδικό.

Σύμφωνα με τον De Cremer (2002), η πρόταση ότι ο σεβασμός σχετίζεται με την κοινωνική ταύτιση των ατόμων προέρχεται από τη διαδικαστική δικαιοσύνη και το μοντέλο της αξίας ενός γκρουπ. Αυτό το μοντέλο υποθέτει ότι οι άνθρωποι επιθυμούν την ένταξή τους σε κάποια κοινωνικά γκρουπ και δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις με αυτά καθώς τους παρέχουν χαρακτηριστικά τα οποία έχουν αξία για το άτομο. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η προσωπική αξία που νιώθουν τα άτομα, καθώς ταυτίζονται με ένα γκρουπ, κι η κοινωνική τους ταυτότητα, δηλαδή η εικόνα που προβάλλουν προς τα έξω.

Οι άνθρωποι διενεργούν μια διαδικασία αξιολόγησης σχετικά με τη δικαιοσύνη που λαμβάνουν από την εξουσία κι όταν η εκάστοτε εξουσία (π.χ. ηγέτης ομάδας) δείχνει σεβασμό στο μέλος ενός γκρουπ, τότε αυτό το μέλος αντιλαμβάνεται ότι είναι αποδεκτό στην ομάδα. Πιστεύεται, λοιπόν, πως ανάλογη συμπεριφορά από την ηγεσία, η οποία κάνει τα μέλη να νιώθουν σεβαστά, αυξάνει την αυτοεκτίμηση των μελών και τα οδηγεί σε μια συμπεριφορά που είναι προσανατολισμένη στην ομάδα κι όχι στο άτομο (ομαδική κι όχι ατομική σκέψη και προτεραιότητα). Έρευνες έχουν δείξει ότι το ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς μπορεί να προκύψει και σε ομάδες οι οποίες δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη ηγεσία (π.χ. αυτοδιοικούμενες ομάδες). Εκεί τα μέλη είναι ίσα και λειτουργεί ο ίδιος ψυχολογικός μηχανισμός, δηλαδή τα μέλη δείχνουν σεβασμό το ένα στο άλλο και κατά συνέπεια νιώθουν αποδεκτά κι εργάζονται με ζήλο για το καλό του συνόλου.

Όταν το επίπεδο ένταξης σε μια ομάδα που νιώθει ένας άνθρωπος είναι χαμηλό, τότε το αίσθημα της ανάγκης που νιώθει για να ανήκει σε μια ομάδα αυξάνεται, γεγονός που αυξάνει και την παρακίνηση του ατόμου να προσπαθήσει περισσότερο, ώστε να καταλάβει το πώς λειτουργούν οι σχέσεις μέσα στην ομάδα και να μπορέσει έτσι να προσαρμοστεί σε αυτές και τελικά να γίνει αποδεκτό. Όταν το άτομο αισθάνεται ότι τα άλλα μέλη μιας ομάδας το σέβονται, είναι ένα στοιχείο ενδεικτικό για την αποδοχή του στην ομάδα. Κι αυτό το αίσθημα, όταν δημιουργηθεί, αποτελεί επιπλέον κίνητρο για το άτομο να προσπαθήσει ακόμα περισσότερο για το καλό της ομάδας.

Πολλές φορές, σε μια ομάδα υπάρχουν άτομα τα οποία δεν κατέχουν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για να ταιριάξουν και να ενταχθούν πλήρως σε αυτήν. Θεωρούνται δηλαδή σαν περιφερειακά μέλη έναντι των μελών που αποτελούν το βασικό πυρήνα της ομάδας. Η έρευνα έχει δείξει πως αυτά τα περιφερειακά μέλη ίσως να έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να γίνουν αποδεκτά από τα υπόλοιπα μέλη. Αυτό οδηγεί στην υπόθεση ότι θα προσπαθήσουν με μεγαλύτερο ζήλο να το επιτύχουν.

Ο άνθρωπος θέλει να ανήκει σε μια ομάδα, όπως είπαμε, γιατί θέλει να ενισχύσει την αυτοαξία του, ταυτιζόμενος με τα χαρακτηριστικά της ομάδας. Από την άλλη όμως δε θέλει να χάσει και την προσωπικότητά του, δηλαδή την ατομικότητά του και να χαθεί μέσα στο σύνολο. Το κατά πόσο ένα άτομο θα ταυτιστεί ιδανικά με μια ομάδα θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στην ικανοποίηση της ανάγκης του για ένταξη και στη διατήρηση της προσωπικής τους ταυτότητας και διάκρισης μέσα από το σύνολο.

 

Αποτελέσματα – Συζήτηση

Τα αποτελέσματα της έρευνας του De Cremer (2002) έδειξαν μια κύρια επιρροή του σεβασμού στη συνεισφορά του μέλους μιας ομάδας, καθώς και της ένταξης του κάθε μέλους (βασικό στέλεχος ή περιφερειακό) πάνω στη συνεισφορά του στην ομάδα. Οι συνεισφορές των περιφερειακών μελών στην ομάδα ποίκιλαν ανάλογα με το βαθμό σεβασμού που εκλάμβαναν από την ομάδα. Όταν εκλάμβαναν υψηλά επίπεδα σεβασμού η συνεισφορά τους ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στατιστικά από όταν δεν εκλάμβαναν υψηλό σεβασμό. Για τα μέλη του βασικού πυρήνα αυτή η διαφορετική κατάσταση (σεβασμός εναντίον έλλειψης σεβασμού) δε δημιούργησε διαφορετικά επίπεδα συνεισφοράς.

Επίσης, τα περιφερειακά μέλη ένιωθαν σε υψηλότερο βαθμό το αίσθημα της ένταξης όταν απολάμβαναν το σεβασμό της ομάδας, ενώ για τα μέλη του βασικού πυρήνα η διαφορά στα επίπεδα σεβασμού δεν έδειξε να επηρεάζει σημαντικά το αίσθημα της ένταξής τους. Τα ευρήματα λοιπόν της εργασίας του De Cremer (2002) έδειξαν ότι ο σεβασμός που δέχεται το κάθε μέλος μιας ομάδας από τα υπόλοιπα μέλη είναι παράγοντας παρακίνησης για να εντείνουν την προσπάθειά τους και να συνεισφέρουν περισσότερο για το καλό της ομάδας. Η εξήγηση είναι ότι τα μέλη νιώθουν αποδεκτά κι ενταγμένα πλήρως μέσα στην ομάδα.

Βέβαια αυτά τα αποτελέσματα βρέθηκαν να είναι στατιστικά σημαντικά όταν εξετάζονταν τα περιφερειακά μέλη κι όχι τα μέλη του βασικού πυρήνα της ομάδας. Αυτό προφανώς συνέβη γιατί τα βασικά αυτά μέλη ένιωθαν ήδη ενταγμένα και σεβαστά κι είχαν ήδη παράσχει την καλύτερη συνεισφορά τους στην ομάδα. Επίσης, μπορεί να σημαίνει ότι η κατάσταση της μη απόδοσης σεβασμού ίσως να μην τους επηρέασε γιατί ένιωθαν σίγουροι για την αποδοχή τους από την ομάδα, άρα δεν επηρέασε και τη συμπεριφορά τους. Από την άλλη, τα περιφερειακά μέλη αρχικά δεν είχαν πλήρη αφοσίωση στην ομάδα κι όταν άρχισαν να λαμβάνουν το σεβασμό των άλλων μελών, ένιωσαν αποδεκτά κι αύξησαν σημαντικά την προσπάθειά τους να συνεισφέρουν. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που οδήγησε στην αύξηση της συνεισφοράς τους ήταν ότι ένιωθαν περισσότερο από τα βασικά μέλη (τα οποία ένιωθαν ήδη ενταγμένα όπως προαναφέραμε) την ανάγκη ένταξής τους στην ομάδα.

Σύμφωνα λοιπόν και με τη φιλολογία της διαδικαστικής δικαιοσύνης, ο σεβασμός μεταδίδει ένα συμβολικό μήνυμα που μεταφράζεται ως η αποδοχή ενός ατόμου από μια ομάδα ανθρώπων. Η αποδοχή οδηγεί και στην ταύτιση του ατόμου με την ομάδα, οπότε θεωρεί κατά κάποιο τρόπο την ομάδα ως ένα κομμάτι του εαυτού του, άρα και μια από τις προτεραιότητές του.

Είναι δύσκολο να πει κάποιος από ποιές συμπεριφορές ορίζεται η μεταχείριση των μελών με σεβασμό, σε κάθε διαφορετική περίσταση, αλλά τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας, που αφορούσαν σε μια ενδοομαδική κατάσταση, έδειξαν πως στο βαθμό που κάποιος θεωρείται αποδεκτός από μια ομάδα επηρεάζεται ανάλογα κι η ομαδική του συμπεριφορά. Το γενικό συμπέρασμα από αυτήν την έρευνα είναι πως για να λειτουργεί μια ομάδα σωστά κι αποδοτικά, με πνεύμα συλλογικότητας, πρέπει τα μέλη να νιώθουν σεβαστά και να ικανοποιείται η ανάγκη τους για ένταξη κι αποδοχή από μια ομάδα. Όταν ένα μέλος νιώθει σεβαστό από τους συναδέλφους του, θα ανταποδώσει με την αφοσίωσή του στην ομάδα. Συνήθως αυτές οι συμπεριφορές είναι αμοιβαίες κι ενισχύεται με αυτόν τον τρόπο η εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη που με τη σειρά της θα ενισχύσει την ανοιχτή επικοινωνία και την ελεύθερη διακίνηση των πληροφοριών, με αποτέλεσμα την αύξηση της απόδοσης τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

 

 

Πηγή

De Cremer, D., 2002, “Respect and Cooperation in Social Dilemmas: The Importance of Feeling Included”, Personality and Social Psychology Bulletin, Vol. 28, No 10, pp 1335-1341